diktyo
Εμφανίσεις Περιεχομένου : 1514800

Απο-ανάπτυξη Tώρα!

Του Ηλία Ευθυμιόπουλου  

Σ’ ένα κόσμο που πλήττεται από την ανεργία, τους πολέμους, την ανασφάλεια και τους αποκλεισμούς (συστηματικούς ή μη) ο οικολογικός κίνδυνος ίσως να φαντάζει πολυτέλεια, ή εν πάση περιπτώσει όχι η σοβαρότερη από τις απειλές. Κι όμως, αν κοιτάξει κανείς σε βάθος τα πράγματα, θα δει ότι πίσω απ τις κοινωνικές συγκρούσεις, πίσω απ την ακμή και την κατάρρευση των κοινωνιών, βρίσκονται πάντα περιβαλλοντικοί παράγοντες και κάθε λογής πρωτογενείς ανισότητες. Ανισότητες στην πρόσβαση στους φυσικούς πόρους, ανισότητες στην κατοχή της τεχνολογίας, ανισότητες στην λειτουργία του  εμπορίου, ανισότητες στην παροχή υπηρεσιών υγείας, ανισότητες που προκύπτουν από τις χωρικές κατανομές δραστηριοτήτων και μέσων διαβίωσης. Θα ήταν βέβαια κοινοτοπία να σημειώσουμε ότι οι φτωχότερες τάξεις και οι κάθε λογής μειονότητες, ζουν κατά κανόνα σε δυσμενέστερα περιβάλλοντα. Αυτό είναι πλέον ταυτολογία, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψιν ότι πάνω από το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού συνωστίζεται πλέον στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις μεγαλουπόλεις. Οι εργατικές συνοικίες, τα γκέτο, οι βιομηχανικές περιοχές, «φιλοξενούν» όλο και μεγαλύτερες μάζες πληθυσμού κάτω από ακατάλληλες συνθήκες. Καθώς οι πόλεις επεκτείνονται, συχνά ανεξέλεγκτα και χωρίς σχεδιασμό, οι λιγότερο προνομιούχοι καταφεύγουν στις παρυφές των μεγαλουπόλεων, εκεί που οι τιμές της γης είναι χαμηλές ή εκεί όπου η αυθαίρετη δόμηση γίνεται ανεκτή ως μέσον εκτόνωσης των ισχυρών κοινωνικών πιέσεων για στέγη και εργασία. Στην Αθήνα, κλασσικό είναι πλέον το παράδειγμα των «δυτικών συνοικιών» όπου εκτός των άλλων, οι υποδομές καθυστερούν δραματικά ή καθίστανται εκ των πραγμάτων ανέφικτες. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτές ακριβώς οι περιοχές είναι τα πρώτα θύματα στις πλημμύρες (από βροχές ρουτίνας) στους σεισμούς και στις επελάσεις ακραίων κλιματικών φαινομένων όπως οι καύσωνες.

Όμως, αυτή η πραγματικότητα έχει και την ανάποδη όψη. Οι κακές συνθήκες ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα σπρώχνουν όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού των μεσαίων και κατώτερων εισοδηματικά στρωμάτων στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, όπως η δεύτερη/παραθεριστική κατοικία – τόπος διακοπών ή επένδυσης του όποιου εισοδηματικού πλεονάσματος. Οι πιο προφανείς υποψήφιες περιοχές είναι οι ακτές σε κοντινή απόσταση. Εκεί δημιουργούνται οι νέες αυθαιρετουπόλεις, εκεί τα αγροτεμάχια των πρώην αγροτών και κτηνοτρόφων μετατρέπονται σε οικόπεδα ευκαιρίας, εκεί μεταφέρεται ο πολιτισμός της προχειρότητας, αναπαράγοντας φαινόμενα υποβάθμισης και καταστροφής του περιαστικού χώρου. Έτσι, το πλεονέκτημα της λύσης του προβλήματος δια της απόδρασης μετατρέπεται σε μειονέκτημα, καθώς όλο και πιο πολλοί είναι αυτοί που επιλέγουν μια τέτοια διέξοδο. Ο μετασχηματισμός αυτός, δεν πλήττει μόνον αυτούς που πρώτοι επέλεξαν την απομάκρυνση από την πόλη, αλλά κι αυτούς που είχαν κάποιες ιδιοκτησίες ποιότητας που κι αυτές συμπαρασύρονται στον πάτο της πολεοδομικής αναρχίας. Στις περιοχές αυτές, εκτός από τον υπερπληθυσμό και το κυκλοφοριακό πρόβλημα (που αρχίζει να γίνεται ανάλογο με αυτό των αστικών κέντρων) τα προβλήματα του νερού, της διάθεσης των αποβλήτων και της συλλογής και διάθεσης των απορριμμάτων αποκτούν νέο δραματικό περιεχόμενο. Επί πλέον, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών είναι οι πρώτοι που αντιτίθενται σε υπερτοπικά έργα «κοινής ωφέλειας» όπως είναι οι ΧΥΤΑ, οι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι, οι βιολογικοί καθαρισμοί ή οι εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας.

Στο παγκόσμιο επίπεδο, οι διακρίσεις συνοψίζονται στον όρο «περιφερειακές ανισότητες». Παρά τις όλο και μεγαλύτερες θεσμοποιημένες μορφές υπεράσπισης των δικαιωμάτων των φτωχότερων και ηττημένων χωρών και εθνοτήτων, το χάσμα μεταξύ ανάπτυξης και υπανάπτυξης συνεχώς διευρύνεται. Μαζί και οι δείκτες της ποιότητας ζωής, της υγείας και του περιβάλλοντος παίρνουν την κατιούσα. Συγκριτικά πάντοτε γιατί δεν υπάρχουν απόλυτες αναφορές, παρά μόνον αν κανείς ανατρέξει στις (αυτάρκεις) κοινωνίες της αρχαιότητας ή σε απομονωμένες πληθυσμιακές ομάδες που διατηρούν έναν αρχαϊκό τρόπο παραγωγής ερήμην της παγκοσμιοποίησης.

Με αφετηρία την δεκαετία του 70, η δέσμευση των  πλούσιων χωρών (ΟΟΣΑ) για τη διάθεση του 0.7% του ΑΕΠ σε βοήθεια προς τις τρίτες χώρες έμεινε γράμμα κενό. Μάλιστα το ποσοστό από 0.5% έφτασε στο 0.3% τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Στο ίδιο διάστημα, το εισόδημα των πλούσιων χωρών πολλαπλασιάστηκε επί 22 ενώ αυτό των φτωχών χωρών επί 7. Η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών και του εμπορίου εντάθηκε, και πάλι προς όφελος των χωρών του Βορρά (που αντιπροσωπεύουν μόνο το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού) αφήνοντας στο περιθώριο τις υπανάπτυκτες χώρες – με μικρές εξαιρέσεις ορισμένα αναδυόμενα οικονομικά κέντρα της νότιας και ανατολικής Ασίας. Όμως και πάλι, ακόμη και η ισχνή αυτή βοήθεια δεν κατευθύνεται πάντοτε σε επενδύσεις που θα προωθούσαν τη βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά συχνά υπεξαιρείται από ντόπιες διεφθαρμένες κυβερνήσεις  ή από τις πολυεθνικές που την παίρνουν πίσω στο πολλαπλάσιο. Σε κάθε πάντως περίπτωση προωθούνται μορφές συνεργασίας ανώδυνες για τις οικονομίες της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς, συνεργασίες που δεν θίγουν την ουσία της «άνισης ανταλλαγής» που έλεγε και ο Σαμίρ Αμίν. Κλασσικό παράδειγμα η καλλιέργεια ζακχαρούχων φυτών, στην οποία, αν και εξωθήθηκαν πολλές χώρες του τρίτου κόσμου μέσω της πράσινης επανάστασης, τελικά έμεινε στο περιθώριο του διεθνούς εμπορίου λόγω των υψηλών επιδοτήσεων και του προστατευτισμού που επεφύλαξαν για το εαυτό τους οι χώρες της  Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η εκπτώχευση των νέο-αγροτικών πληθυσμών, αλλά και η αποδιάρθρωση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών που διατηρούσαν τη συνοχή, την αλληλοβοήθεια και τις ισορροπίες. Σε αντάλλαγμα, οι κοινωνίες αυτές εισέπραξαν ένα πολύ φτωχότερο περιβάλλον και εξωθήθηκαν σε ένα ανταγωνισμό με τη φύση με την οποία για αιώνες βρίσκονταν σε ισορροπία. Η καταστροφή των τροπικών δασών και της συναρτημένης με αυτά βιοποικιλότητας, δεν γίνεται μόνο απ τις μεγάλες πολυεθνικές, αλλά και από τους τοπικούς πληθυσμούς που απορρίπτονται από το σύστημα της βιομηχανικής – εκτατικής γεωργίας.

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η απάντηση τόσο στο ζήτημα της φτώχειας όσο και στο ζήτημα του περιβάλλοντος δεν είναι η ανάπτυξη, αλλά ο περιορισμός της. Η κοινωνία της ανάπτυξης έφτασε τα όριά της. Όχι μόνο γιατί δεν κατάφερε να περιορίσει τις ανισότητες (αντίθετα τις αύξησε) αλλά και γιατί οδήγησε σε νεοφανή περιβαλλοντικά αδιέξοδα. Εάν πάρουμε, για παράδειγμα, ως μέτρο της περιβαλλοντικής πίεσης το «οικολογικό αποτύπωμα» (το πόση γη χρειάζεται για να συντηρηθεί μια ορισμένη κοινωνία), τα αποτελέσματα που  προκύπτουν είναι απαράδεκτα, τόσο από την άποψη των δικαιωμάτων πάνω στους φυσικούς πόρους, όσο και από την άποψη των ορίων της βιόσφαιρας (και των δυνατοτήτων της αναπαραγωγής της). Ένας μέσος Αμερικανός χρειάζεται 96 στρέμματα, ένας Καναδός 72 και ένας Ευρωπαίος 42. Παρά τις καλύτερες όμως επιδόσεις της Ευρώπης, η αντοχή του πλανήτη δεν ξεπερνά τα 14 στρέμματα ανά κάτοικο. Πράγμα που σημαίνει ότι απομακρυνόμαστε ολοταχώς τόσο από την δικαιοκατανομή όσο και από την αειφορικότητα. Η μόνη λοιπόν – ηθικά και μαθηματικά – αποδεκτή απάντηση είναι η αρνητική ανάπτυξη στο πλαίσιο μιας αναδιανεμητικής κοινωνίας.

ΟΜΙΛΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ
http://www.opek.gr/
 
Παρατηρητήριο Αιολικής Ενέργειας
pae2